Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muer
01
απολέπω, αλλάζω φτερά
perdre ou renouveler sa peau, ses plumes ou ses poils
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
muons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
muerai
παθητική μετοχή
mué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
muions
Παραδείγματα
Les oiseaux perdent leurs plumes anciennes.
Τα πουλιά αλλάζουν τα παλιά τους φτερά.
02
μεταμορφώνομαι, αλλάζω σημαντικά
se transformer ou changer de manière significative
Παραδείγματα
Le garçon se mue en un jeune homme confiant.
Το αγόρι μεταμορφώνεται σε έναν σίγουρο νεαρό άνδρα.
03
αλλάζω φωνή, σπάζω φωνή
changer de voix à l'adolescence
Παραδείγματα
Les jeunes hommes mue progressivement.
Οι νέοι άνδρες αλλάζουν φωνή σταδιακά.



























