Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
montrer
01
δείχνω, εμφανίζω
présenter ou faire voir quelque chose à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
montre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
montrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
montrerai
ενεστώτα μετοχή
montrant
παθητική μετοχή
montré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
montrions
Παραδείγματα
Il m'a montré ses photos de vacances.
Μου έδειξε τις φωτογραφίες των διακοπών του.
02
εμφανίζομαι
apparaître ou se faire voir par les autres
Παραδείγματα
Il se montre rarement en public.
Σπάνια εμφανίζεται δημόσια.



























