montrer
Pronunciation
/mɔ̃tʀe/

Ορισμός και σημασία του "montrer"στα γαλλικά

montrer
01

δείχνω, εμφανίζω

présenter ou faire voir quelque chose à quelqu'un
montrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
montre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
montrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
montrerai
ενεστώτα μετοχή
montrant
παθητική μετοχή
montré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
montrions
Παραδείγματα
Le professeur montre un exemple au tableau.
Ο δάσκαλος δείχνει ένα παράδειγμα στον πίνακα.
02

εμφανίζομαι

apparaître ou se faire voir par les autres
montrer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle se montre intéressée par le projet.
Αυτή δείχνει τον εαυτό της ενδιαφερόμενο για το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store