Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
montrer
01
δείχνω, εμφανίζω
présenter ou faire voir quelque chose à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
montre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
montrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
montrerai
ενεστώτα μετοχή
montrant
παθητική μετοχή
montré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
montrions
Παραδείγματα
Le professeur montre un exemple au tableau.
Ο δάσκαλος δείχνει ένα παράδειγμα στον πίνακα.
02
εμφανίζομαι
apparaître ou se faire voir par les autres
Παραδείγματα
Elle se montre intéressée par le projet.
Αυτή δείχνει τον εαυτό της ενδιαφερόμενο για το έργο.



























