montrer
montrer
mɔ̃tʁe
mawtre
montermontreur

Ορισμός και σημασία του "montrer"στα γαλλικά

montrer
01

δείχνω, εμφανίζω

présenter ou faire voir quelque chose à quelqu'un 
montrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
montre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
montrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
montrerai
ενεστώτα μετοχή
montrant
παθητική μετοχή
montré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
montrions
Παραδείγματα
Il m'a montré ses photos de vacances. 

Μου έδειξε τις φωτογραφίες των διακοπών του.

02

εμφανίζομαι

apparaître ou se faire voir par les autres 
montrer definition and meaning
Παραδείγματα
Il se montre rarement en public. 

Σπάνια εμφανίζεται δημόσια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store