le monteur
monteur
mɔ̃tœʁ
mawtoer
montermoiteurmoniteurmontreur

Ορισμός και σημασία του "monteur"στα γαλλικά

01

μοντέρ, εγκαταστάτης

personne qui installe des machines, des équipements ou des structures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monteurs
αρσενικό ενικό
monteur
θηλυκό ενικό
monteuse
neutral form
technicien d'installation
Παραδείγματα
Le monteur a installé les nouvelles fenêtres. 

Ο μοντέρ εγκατέστησε τα νέα παράθυρα.

02

μοντέρ, επεξεργαστής βίντεο

personne  qui assemble  et organise les images et les sons d'un film ou d'une vidéo 
Παραδείγματα
Le monteur travaille sur la version finale du film. 

Ο μοντέρ εργάζεται στην τελική έκδοση της ταινίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store