Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le montant
01
ποσό, ποσότητα
la somme totale d'argent, ou la quantité numérique d'une valeur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
montants
Παραδείγματα
Le montant total de la facture s'élève à 150€.
Το συνολικό ποσό του λογαριασμού ανέρχεται σε 150€.



























