Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monstrueux
01
τρομακτικός, αηδιαστικός
qui inspire l'horreur ou le dégoût
Παραδείγματα
Elle a raconté un événement monstrueux qui lui est arrivé.
Αφηγήθηκε ένα τρομερό γεγονός που της συνέβη.
02
τερατώδης, τρομακτικός
qui ressemble à un monstre par son apparence
Παραδείγματα
La statue avait des traits monstrueux.
Το άγαλμα είχε τερατώδη χαρακτηριστικά.
03
τερατώδης, τεράστιος
très grand, immense ou hors norme
Παραδείγματα
Le projet demande un effort monstrueux.
Το έργο απαιτεί τεράστια προσπάθεια.



























