Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le monologue
01
μονόλογος, αυτολογομαχία
discours qu'une personne tient seule, souvent dans une pièce de théâtre, pour exprimer ses pensées ou ses sentiments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monologues
Παραδείγματα
Elle a travaillé son monologue pendant des semaines avant la représentation.
Δούλεψε τον μονόλογό της για εβδομάδες πριν από την παράσταση.
02
μονόλογος, αυτοδιάλογος
discours qu'une personne se tient à elle-même, même hors du théâtre
Παραδείγματα
Même en public, elle avait tendance à entrer en monologue.
Ακόμα και σε δημόσιους χώρους, είχε την τάση να μπαίνει σε μονόλογο.



























