Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La monographie
01
μονογραφία, μονογραφική μελέτη
étude détaillée et complète sur un seul sujet, une personne, un événement ou un objet, généralement publiée sous forme de livre ou d'article scientifique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
monographies
Παραδείγματα
Cette monographie analyse la vie et l'œuvre de Victor Hugo.
Αυτή η μονογραφία αναλύει τη ζωή και το έργο του Βίκτωρ Ουγκώ.



























