Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le montage
01
συναρμολόγηση, μοντάζ
action d'assembler ou de mettre ensemble des pièces pour former un objet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
montages
Παραδείγματα
Le montage de cette armoire est assez simple.
Η συναρμολόγηση αυτής της ντουλάπας είναι αρκετά απλή.
02
μοντάζ, επεξεργασία
action d'assembler des images ou des sons pour créer un film ou une œuvre audiovisuelle
Παραδείγματα
Le montage du film a pris trois mois.
Η μοντάζ της ταινίας διήρκησε τρεις μήνες.
03
ύψωση, ανύψωση
action de mettre plus haut, d'élever ou de faire grandir quelque chose
Παραδείγματα
Le montage de la tente a nécessité le montage des poteaux.
Η συναρμολόγηση της σκηνής απαιτούσε τη συναρμολόγηση των στύλων.
Λεξικό Δέντρο
remontage
montage



























