Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le montage
[gender: masculine]
01
συναρμολόγηση, μοντάζ
action d'assembler ou de mettre ensemble des pièces pour former un objet
Παραδείγματα
Le montage des pièces a été effectué en usine.
Η συναρμολόγηση των εξαρτημάτων πραγματοποιήθηκε στο εργοστάσιο.
02
μοντάζ, επεξεργασία
action d'assembler des images ou des sons pour créer un film ou une œuvre audiovisuelle
Παραδείγματα
Le montage vidéo a permis d' améliorer la qualité de l' histoire.
Η μοντάζ του βίντεο επέτρεψε τη βελτίωση της ποιότητας της ιστορίας.
03
ύψωση, ανύψωση
action de mettre plus haut, d'élever ou de faire grandir quelque chose
Παραδείγματα
Le montage des jeunes plants se fait sous serre.
Η συναρμολόγηση των νεαρών φυτών γίνεται σε θερμοκήπιο.



























