mondial
mondial
mɔ̃djal
mawdyal

Ορισμός και σημασία του "mondial"στα γαλλικά

01

παγκόσμιος, ολικός

qui concerne le monde entier 
mondial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mondial
αρσενικό πληθυντικό
mondiaux
θηλυκό ενικό
mondiale
θηλυκό πληθυντικό
mondiales
θεματικό πεδίο
géographie, échelle, portée
Παραδείγματα
Le réchauffement climatique est un problème mondial. 

Η παγκόσμια θέρμανση είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store