mondial
Pronunciation
/mɔ̃djal/

Ορισμός και σημασία του "mondial"στα γαλλικά

01

παγκόσμιος, ολικός

qui concerne le monde entier
mondial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mondial
αρσενικό πληθυντικό
mondiaux
θηλυκό ενικό
mondiale
θηλυκό πληθυντικό
mondiales
Παραδείγματα
La pandémie a eu un impact mondial.
Η πανδημία είχε παγκόσμιο αντίκτυπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store