la mocule
mo
μο
le
λε
cule
kyl
κυλ
cellulecrapulelibellulekanelbulle

Ορισμός και σημασία του "molécule"στα γαλλικά

01

μόριο, μόριο

plus petite partie d'une substance qui garde ses propriétés 
la molécule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
molécules
Παραδείγματα
Une molécule d'eau est composée d'hydrogène et d'oxygène. 

Ένα μόριο νερού αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο.

02

μικροσκοπικό σωματίδιο, πολύ μικρό σωματίδιο

très petite particule de matière, souvent invisible à l'œil nu 
Παραδείγματα
Une molécule de parfum peut suffire à dégager une odeur forte. 

Ένα μόριο αρώματος μπορεί να είναι αρκετό για να εκπέμψει μια ισχυρή μυρωδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store