la modestie
Pronunciation
/mɔdɛsti/

Ορισμός και σημασία του "modestie"στα γαλλικά

La modestie
[gender: feminine]
01

ταπεινότητα, σεμνότητα

qualité de quelqu'un qui ne se vante pas et reste humble
la modestie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La modestie évite l' arrogance.
Η μετριοφροσύνη αποφεύγει την αλαζονεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store