la modestie
mo
mɔ
maw
des
dɛs
des
tie
ti
ti
modeste

Ορισμός και σημασία του "modestie"στα γαλλικά

01

ταπεινότητα, σεμνότητα

qualité de quelqu'un qui ne se vante pas et reste humble 
la modestie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa modestie impressionne tout le monde. 

Η μετριοφροσύνη του εντυπωσιάζει όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store