Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La modernisation
01
εκσυγχρονισμός, ενημέρωση
action de rendre quelque chose moderne, d'adapter aux techniques, aux usages ou aux besoins actuels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La modernisation de l' hôpital a amélioré les soins aux patients.
Η εκσυγχρονισμός του νοσοκομείου βελτίωσε τη φροντίδα των ασθενών.



























