les mocassins
mo
μο
ca
ka
κα
ssins
sɛ̃
σε
mocassin

Ορισμός και σημασία του "mocassins"στα γαλλικά

01

μοκασίνια, παπούτσια χωρίς κορδόνια

chaussures souples , sans lacets, souvent en cuir ou en daim 
les mocassins definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mocassins
Παραδείγματα
Il porte des mocassins en cuir marron avec son pantalon beige. 

Φοράει καφέ δερμάτινα μόκασιν με το μπεζ παντελόνι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store