Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mobilisation
01
κινητοποίηση, συγκαλούν
action de rassembler des personnes pour une cause ou un effort commun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mobilisations
Παραδείγματα
La mobilisation des citoyens a été rapide.
Η κινητοποίηση των πολιτών ήταν γρήγορη.



























