Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mobilisation
[gender: feminine]
01
κινητοποίηση, συγκαλούν
action de rassembler des personnes pour une cause ou un effort commun
Παραδείγματα
La mobilisation a permis de réussir la campagne.
Η κινητοποίηση επέτρεψε την επιτυχία της καμπάνιας.



























