Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mobile
01
κινητός, μεταφερόμενος
qui peut se déplacer facilement ou qui n'est pas fixe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mobile
συγκριτικός βαθμός
plus mobile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mobile
αρσενικό πληθυντικό
mobiles
θηλυκό ενικό
mobile
θηλυκό πληθυντικό
mobiles
θεματικό πεδίο
mobilité, fonction, objet
Παραδείγματα
Ce bureau est mobile et peut être déplacé facilement.
Αυτό το γραφείο είναι κινητό και μπορεί να μετακινηθεί εύκολα.
Le mobile
01
κινητό τηλέφωνο, κινητό
appareil électronique portable permettant de communiquer et d'accéder à des services numériques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mobiles
Παραδείγματα
J'ai oublié mon mobile à la maison ce matin.
Ξέχασα το κινητό μου στο σπίτι σήμερα το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
immobile
mobile



























