migrer
mig
mig
mig
rer
ʁe
re
mirer

Ορισμός και σημασία του "migrer"στα γαλλικά

migrer
01

μεταναστεύω, μετακινούμαι

se déplacer d'un endroit à un autre, souvent selon les saisons 
migrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
migre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
migrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
migrerai
παθητική μετοχή
migré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
migrions
Παραδείγματα
Les oiseaux migrent vers le sud chaque hiver. 

Τα πουλιά μεταναστεύουν προς το νότο κάθε χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store