Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
migrer
01
μεταναστεύω, μετακινούμαι
se déplacer d'un endroit à un autre, souvent selon les saisons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
migre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
migrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
migrerai
παθητική μετοχή
migré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
migrions
Παραδείγματα
Les gnous migrent en troupeaux énormes.
Οι γκνου μεταναστεύουν σε τεράστια κοπάδια.



























