migrer
Pronunciation
/miɡʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "migrer"στα γαλλικά

migrer
01

μεταναστεύω, μετακινούμαι

se déplacer d'un endroit à un autre, souvent selon les saisons
migrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
migre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
migrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
migrerai
παθητική μετοχή
migré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
migrions
Παραδείγματα
Les gnous migrent en troupeaux énormes.
Οι γκνου μεταναστεύουν σε τεράστια κοπάδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store