la menace
me
μα
nace
nɑs
νασ
tenace

Ορισμός και σημασία του "menace"στα γαλλικά

01

απειλή, κίνδυνος

action ou parole qui indique qu'on pourrait nuire à quelqu'un 
la menace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
menaces
Παραδείγματα
La menace d'un attentat a inquiété la population. 

Η απειλή μιας επίθεσης ανησύχησε τον πληθυσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store