marier
mar
maʁ
mar
ier
je
ye
marbriermarinermariniermarner

Ορισμός και σημασία του "marier"στα γαλλικά

marier
01

παντρεύομαι, συνάπτω γάμο

unir légalement ou religieusement sa vie à celle de quelqu'un 
marier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
marie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marierai
ενεστώτα μετοχή
mariant
παθητική μετοχή
marié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mariions
Παραδείγματα
Ils se sont mariés à l'église l'été dernier. 

Παντρεύτηκαν στην εκκλησία πέρυσι το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store