Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marier
01
παντρεύομαι, συνάπτω γάμο
unir légalement ou religieusement sa vie à celle de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
marie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marierai
ενεστώτα μετοχή
mariant
παθητική μετοχή
marié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mariions
Παραδείγματα
Ses parents se sont mariés très jeunes.
Οι γονείς της παντρεύτηκαν πολύ νέοι.



























