marier
Pronunciation
/maʀje/

Ορισμός και σημασία του "marier"στα γαλλικά

marier
01

παντρεύομαι, συνάπτω γάμο

unir légalement ou religieusement sa vie à celle de quelqu'un
marier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
marie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marierai
ενεστώτα μετοχή
mariant
παθητική μετοχή
marié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mariions
Παραδείγματα
Ses parents se sont mariés très jeunes.
Οι γονείς της παντρεύτηκαν πολύ νέοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store