marin
Pronunciation
/maʀɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "marin"στα γαλλικά

01

θαλάσσιος, σχετικός με τη θάλασσα

relatif à la mer
marin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
marin
αρσενικό πληθυντικό
marins
θηλυκό ενικό
marine
θηλυκό πληθυντικό
marines
Παραδείγματα
Elle étudie la biologie marin à l' université.
Μελετά τη θαλάσσια βιολογία στο πανεπιστήμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store