Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marin
01
θαλάσσιος, σχετικός με τη θάλασσα
relatif à la mer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
marin
αρσενικό πληθυντικό
marins
θηλυκό ενικό
marine
θηλυκό πληθυντικό
marines
Παραδείγματα
Le sel marin est naturel et non raffiné.
Η θαλασσινή αλάτι είναι φυσική και ακατέργαστη.



























