Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marcher sur
01
πατώ σε, βάζω το πόδι σε
poser le pied accidentellement sur quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
verb + preposition
μόριο
sur
βασικό ρήμα
marcher
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marche sur
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marchons sur
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marcherai sur
ενεστώτα μετοχή
marchant
παθητική μετοχή
marché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marchions sur
Παραδείγματα
J'ai marché sur le pied de mon voisin dans le bus.
Πάτησα το πόδι του γείτονά μου στο λεωφορείο.



























