Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marcher sur
01
πατώ σε, βάζω το πόδι σε
poser le pied accidentellement sur quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
verb + preposition
μόριο
sur
βασικό ρήμα
marcher
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marche sur
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marchons sur
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marcherai sur
ενεστώτα μετοχή
marchant
παθητική μετοχή
marché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marchions sur
Παραδείγματα
Il a marché sur un lego et a crié de douleur.
Πάτησε πάνω σε ένα λέγκο και φώναξε από τον πόνο.



























