Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marcher
01
περπατώ, περπατάω
se déplacer en posant un pied devant l'autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marcherai
ενεστώτα μετοχή
marchant
παθητική μετοχή
marché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marchions
Παραδείγματα
Je marche tous les matins dans le parc.
Περπατώ κάθε πρωί στο πάρκο.
02
βαδίζω, παρελαύνω
avancer en groupe avec des pas réguliers, souvent en formation militaire
Παραδείγματα
Les soldats marchent dans la parade.
Οι στρατιώτες βαδίζουν στην παρέλαση.
03
λειτουργεί, δουλεύει
fonctionner correctement , être en bon état de marche
Παραδείγματα
Mon ordinateur marche très bien.
Ο υπολογιστής μου λειτουργεί πολύ καλά.
04
πηγαίνει καλά, προχωράει ομαλά
se dérouler comme prévu, bien se passer
Παραδείγματα
Leur relation marche très bien.
Η σχέση τους προχωράει πολύ καλά.



























