le mammifère
ma
ma
μα
mmi
mi
μι
fère
fɛʁ
φερ

Ορισμός και σημασία του "mammifère"στα γαλλικά

01

θηλαστικό, θηλαστικό ζώο

animal vertébré qui allaite ses petits et possède des poils 
le mammifère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mammifères
Παραδείγματα
L'être humain est un mammifère intelligent. 

Ο άνθρωπος είναι ένα έξυπνο θηλαστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store