Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mairie
01
δημαρχείο, δημοτικό κτίριο
bâtiment ou administration qui gère une commune ou une ville
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mairies
Παραδείγματα
La mairie s' occupe des services municipaux.
Το δημαρχείο φροντίζει για τις δημοτικές υπηρεσίες.



























