Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maintenir
01
διατηρώ, συντηρώ
garder quelque chose dans son état, sa position ou sa condition, ou le conserver activement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maintiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maintenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maintiendrai
ενεστώτα μετοχή
maintenant
παθητική μετοχή
maintenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maintenions
Παραδείγματα
Il maintient le contact avec ses anciens collègues malgré la distance.
Διατηρεί την επαφή με τους πρώην συναδέλφους του παρά την απόσταση.



























