Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maintenir
01
διατηρώ, συντηρώ
garder quelque chose dans son état , sa position ou sa condition, ou le conserver activement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maintiens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maintenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maintiendrai
ενεστώτα μετοχή
maintenant
παθητική μετοχή
maintenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maintenions
Παραδείγματα
Il maintient ses efforts malgré les difficultés.
Διατηρεί τις προσπάθειές του παρά τις δυσκολίες.



























