Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le maintien
[gender: masculine]
01
διατήρηση, συντήρηση
action de garder quelque chose dans son état, sa position ou sa condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le maintien de la discipline dans l' école est important pour l' apprentissage.
Η διατήρηση της πειθαρχίας στο σχολείο είναι σημαντική για τη μάθηση.
Λεξικό Δέντρο
maintien
main
tien



























