Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le maintien
01
διατήρηση, συντήρηση
action de garder quelque chose dans son état, sa position ou sa condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le maintien de la qualité des produits est essentiel pour l'entreprise.
Η διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων είναι απαραίτητη για την εταιρεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
maintien
main
tien



























