cher
lɑ:
laa
cher
ʃe
she
lécher

Ορισμός και σημασία του "lâcher"στα γαλλικά

lâcher
01

αφήνω, εγκαταλείπω

cesser de tenir ou abandonner quelque chose/quelqu' un 
lâcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lâcherai
ενεστώτα μετοχή
lâchant
παθητική μετοχή
lâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lâchions
Παραδείγματα
Lâche mon bras, tu me fais mal ! 

Άσε το χέρι μου, με πονάς!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store