Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lâcher
01
αφήνω, εγκαταλείπω
cesser de tenir ou abandonner quelque chose/quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lâcherai
ενεστώτα μετοχή
lâchant
παθητική μετοχή
lâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lâchions
Παραδείγματα
Il ne veut pas lâcher son jouet.
Δεν θέλει να αφήσει το παιχνίδι του.



























