lâcher
Pronunciation
/lɑʃe/

Ορισμός και σημασία του "lâcher"στα γαλλικά

lâcher
01

αφήνω, εγκαταλείπω

cesser de tenir ou abandonner quelque chose/quelqu'un
lâcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lâcherai
ενεστώτα μετοχή
lâchant
παθητική μετοχή
lâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lâchions
Παραδείγματα
Il ne veut pas lâcher son jouet.
Δεν θέλει να αφήσει το παιχνίδι του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store