Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lys
01
κρίνος, λίλιο
plante à fleurs grandes et souvent parfumées, appartenant au genre Lilium, symbolisant la pureté dans plusieurs cultures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lys
Παραδείγματα
Le lys blanc est symbole de pureté.
Το λευκό κρίνο είναι σύμβολο της αγνότητας.
02
φλερ ντε λις, εραλδικό κρίνο
motif ou symbole représentant le lys, souvent utilisé en héraldique, art ou décoration
Παραδείγματα
Le lys est un symbole de la royauté française.
Το κρίνο είναι σύμβολο της γαλλικής βασιλείας.
03
κρίνος, αγνότητα
qualité de quelqu'un qui agit avec honnêteté, innocence ou droiture ; symbolise la pureté et la vertu
Παραδείγματα
Sa conduite reflète le lys de son caractère.
Η συμπεριφορά του αντικατοπτρίζει την αγνότητα του χαρακτήρα του.



























