le lycéen
ly
li
λι
céen
seɛ̃
σεε

Ορισμός και σημασία του "lycéen"στα γαλλικά

01

μαθητής λυκείου, φοιτητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

élève qui fréquente un lycée (établissement secondaire) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lycéens
αρσενικό ενικό
lycéen
θηλυκό ενικό
lycéenne
neutral form
élève du secondaire
Παραδείγματα
Les lycéens ont une charge de travail importante. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store