Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lutte
01
πάλη, αγώνας πάλης
sport de combat où deux adversaires s'affrontent corps à corps en utilisant des prises, sans coups
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La lutte est un sport très ancien.
Η πάλη είναι ένα πολύ αρχαίο άθλημα.
LanGeek



























