le logement
loge
lɔʒ
lawzh
ment
man

Ορισμός και σημασία του "logement"στα γαλλικά

01

κατοικία, στέγαση

lieu où quelqu'un peut habiter ou être hébergé 
le logement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
logements
Παραδείγματα
Le gouvernement aide à trouver un logement. 

Η κυβέρνηση βοηθά στην εύρεση κατοικίας.

02

κατοικία, σπίτι

lieu où une personne vit, comme une maison ou un appartement 
le logement definition and meaning
Παραδείγματα
Son logement se trouve au troisième étage. 

Η κατοικία του βρίσκεται στον τρίτο όροφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store