Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
localiser
01
εντοπίζω, καθορίζω τη θέση
trouver ou déterminer l'emplacement de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
localise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
localisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
localiserai
ενεστώτα μετοχή
localisant
παθητική μετοχή
localisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
localisions
Παραδείγματα
Ils ont réussi à localiser le téléphone perdu.
Κατάφεραν να εντοπίσουν το χαμένο τηλέφωνο.



























