Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lisse
01
ίσιο, λεία
se dit des cheveux droits, sans boucles ni ondulations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lisse
συγκριτικός βαθμός
plus lisse
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lisse
αρσενικό πληθυντικό
lisses
θηλυκό ενικό
lisse
θηλυκό πληθυντικό
lisses
Παραδείγματα
Même par temps humide, ses cheveux restent lisses.
02
ομαλός, λείος
dont la surface est régulière, sans bosses ni rugosité
Παραδείγματα
La peau du bébé est toute lisse.



























