Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lire
01
διαβάζω, μελετώ
regarder et comprendre des mots écrits ou imprimés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lirai
ενεστώτα μετοχή
lisant
παθητική μετοχή
lu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lisions
Παραδείγματα
Je lis un livre intéressant.
Διαβάζω ένα ενδιαφέρον βιβλίο.
02
αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω
comprendre ou percevoir quelque chose, souvent de façon intuitive
Παραδείγματα
Elle lit dans ses pensées.
Αυτή διαβάζει στις σκέψεις της.
03
αναπαράγω, εκτελώ
mettre en marche un fichier audio ou vidéo pour le faire fonctionner
Παραδείγματα
Je lis une chanson sur mon téléphone.
Διαβάζω ένα τραγούδι στο τηλέφωνό μου.
04
διαβάζεται, μπορεί να διαβαστεί
être perçu ou compris en étant lu
Παραδείγματα
Ce livre se lit facilement.
Αυτό το βιβλίο διαβάζεται εύκολα.
La lire
01
λίρα, ιταλική λίρα
ancienne unité monétaire utilisée en Italie avant l'euro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lires
Παραδείγματα
La lire italienne n'est plus utilisée.
Η ιταλική λίρα δεν χρησιμοποιείται πλέον.



























