Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lire
01
διαβάζω, μελετώ
regarder et comprendre des mots écrits ou imprimés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
lisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lirai
ενεστώτα μετοχή
lisant
παθητική μετοχή
lu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
lisions
Παραδείγματα
Tu lis bien en français.
Διαβάζεις καλά στα γαλλικά.
02
αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω
comprendre ou percevoir quelque chose, souvent de façon intuitive
Παραδείγματα
Tu sais lire les émotions des autres.
Ξέρεις να διαβάζεις τα συναισθήματα των άλλων.
03
αναπαράγω, εκτελώ
mettre en marche un fichier audio ou vidéo pour le faire fonctionner
Παραδείγματα
Tu peux lire ce podcast en ligne.
Μπορείς να αναπαράγεις αυτό το podcast online.
04
διαβάζεται, μπορεί να διαβαστεί
être perçu ou compris en étant lu
Παραδείγματα
Cette lettre se lit avec émotion.
Αυτή η επιστολή διαβάζεται με συναίσθημα.
La lire
[gender: feminine]
01
λίρα, ιταλική λίρα
ancienne unité monétaire utilisée en Italie avant l'euro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lires
Παραδείγματα
La lire a été remplacée en 2002.
Η λίρα αντικαταστάθηκε το 2002.



























