la liqueur
li
li
λι
queur
ˈkœʁ
κœρ
ligueur

Ορισμός και σημασία του "liqueur"στα γαλλικά

01

λικέρ, γλυκό αλκοολούχο ποτό

boisson alcoolisée sucrée, aromatisée avec des fruits, des plantes ou des épices, souvent servie en petite quantité 
la liqueur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
liqueurs
Παραδείγματα
Elle boit une liqueur après le repas. 

Πίνει ένα λικέρ μετά το γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store