Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le litre
[gender: masculine]
01
λίτρο, λίτρο
unité de mesure de volume équivalente à 1000 millilitres
Παραδείγματα
On vend le jus au litre.
Ο χυμός πωλείται με το λίτρο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λίτρο, λίτρο