le liquide
Pronunciation
/likid/

Ορισμός και σημασία του "liquide"στα γαλλικά

Le liquide
[gender: masculine]
01

μετρητά, μετρητά χρήματα

somme d'argent qu'on peut utiliser immédiatement, sans carte ni chèque
le liquide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
As - tu du liquide pour le taxi ?
Έχεις μετρητά για το ταξί;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store