Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le liquide
[gender: masculine]
01
μετρητά, μετρητά χρήματα
somme d'argent qu'on peut utiliser immédiatement, sans carte ni chèque
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
As - tu du liquide pour le taxi ?
Έχεις μετρητά για το ταξί;



























