limité
Pronunciation
/limite/

Ορισμός και σημασία του "limité"στα γαλλικά

01

περιορισμένος, περιορισμένος

qui n'est pas étendu, restreint dans le temps, l'espace ou la quantité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus limité
συγκριτικός βαθμός
plus limité
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
limité
αρσενικό πληθυντικό
limités
θηλυκό ενικό
limitée
θηλυκό πληθυντικό
limitées
Παραδείγματα
Les ressources naturelles sont limitées sur la planète.
Οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι στον πλανήτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store