le lieu
lieu
ljø
lyeu
émeuceuxyeuxdeux

Ορισμός και σημασία του "lieu"στα γαλλικά

01

τόπος, χώρος

endroit ou espace précis 
le lieu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Ce lieu est très calme et agréable. 

Αυτός ο τόπος είναι πολύ ήσυχος και ευχάριστος.

les lieux
lieux
ljø
lyeu
mieuxqueuecreuxpieux
01

τόπος του συμβάντος, σκηνή

endroit où un crime ou un incident a eu lieu 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
La police a sécurisé les lieux après le vol. 

Η αστυνομία ασφάλισε τους χώρους μετά την κλοπή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store