le lieu
Pronunciation
/ljø/

Ορισμός και σημασία του "lieu"στα γαλλικά

01

τόπος, χώρος

endroit ou espace précis
le lieu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Elle aime travailler dans un lieu tranquille.
Της αρέσει να δουλεύει σε ένα ήσυχο μέρος.
les lieux
Pronunciation
/ljˈø/
01

τόπος του συμβάντος, σκηνή

endroit où un crime ou un incident a eu lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Les journalistes ont pris des photos des lieux après l' incident.
Οι δημοσιογράφοι τράβηξαν φωτογραφίες του τόπου μετά το περιστατικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store