Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lieu
01
τόπος, χώρος
endroit ou espace précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Elle aime travailler dans un lieu tranquille.
Της αρέσει να δουλεύει σε ένα ήσυχο μέρος.
Les lieux
01
τόπος του συμβάντος, σκηνή
endroit où un crime ou un incident a eu lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Les journalistes ont pris des photos des lieux après l' incident.
Οι δημοσιογράφοι τράβηξαν φωτογραφίες του τόπου μετά το περιστατικό.



























