Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lieu
01
τόπος, χώρος
endroit ou espace précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
Ce lieu est très calme et agréable.
Αυτός ο τόπος είναι πολύ ήσυχος και ευχάριστος.
Les lieux
01
τόπος του συμβάντος, σκηνή
endroit où un crime ou un incident a eu lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lieux
Παραδείγματα
La police a sécurisé les lieux après le vol.
Η αστυνομία ασφάλισε τους χώρους μετά την κλοπή.



























