Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lenteur
01
βραδύτητα, αργοπορία
fait d'être lent, de manquer de rapidité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La lenteur du film a ennuyé certains spectateurs.
Η βραδύτητα της ταινίας κούρασε κάποιους θεατές.
02
καθυστέρηση, βραδύτητα
retard ou délai dans l'exécution d'une action
Παραδείγματα
La lenteur dans l' exécution des travaux est inacceptable.
Η βραδύτητα στην εκτέλεση των εργασιών είναι απαράδεκτη.



























