Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le justificatif
[gender: masculine]
01
αποδεικτικό έγγραφο, βεβαίωση
document qui sert à prouver ou justifier quelque chose
Παραδείγματα
Il a perdu son justificatif et doit le refaire.
Έχασε το βεβαίωσή του και πρέπει να το ξανακάνει.
justificatif
01
δικαιολογητικός, αποδεικτικός
qui sert à justifier ou prouver quelque chose
Παραδείγματα
Les documents justificatifs doivent être conservés pendant un an.
Τα αποδεικτικά έγγραφα πρέπει να διατηρούνται για ένα χρόνο.



























