le justificatif
jus
ʒys
ζυσ
ti
ti
τι
fi
fi
φι
ca
ka
κα
tif
tif
τιφ
téléobjectifpsychoactifpréservatifprohibitif

Ορισμός και σημασία του "justificatif"στα γαλλικά

Le justificatif
01

αποδεικτικό έγγραφο, βεβαίωση

document qui sert à prouver ou justifier quelque chose 
le justificatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
justificatifs
Παραδείγματα
J'ai fourni un justificatif de domicile pour l'inscription. 

Παρείχα ένα αποδεικτικό κατοικίας για την εγγραφή.

justificatif
01

δικαιολογητικός, αποδεικτικός

qui sert à justifier ou prouver quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
justificatif
αρσενικό πληθυντικό
justificatifs
θηλυκό ενικό
justificative
θηλυκό πληθυντικό
justificatives
θεματικό πεδίο
documentation, preuve, administration
Παραδείγματα
Elle a fourni des documents justificatifs pour sa demande. 

Παρείχε αποδεικτικά έγγραφα για την αίτησή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store