Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le karaté
01
καράτε, ιαπωνική πολεμική τέχνη
art martial japonais axé sur les techniques de coups de poing, coups de pied et blocages, pratiqué en compétition ou à titre éducatif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le karaté demande discipline, vitesse et précision.
Το καράτε απαιτεί πειθαρχία, ταχύτητα και ακρίβεια.
LanGeek



























