Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ketchup
[gender: masculine]
01
κέτσαπ, σάλτσα ντομάτας
condiment sucré et légèrement acide à base de tomates, utilisé pour accompagner les plats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le ketchup peut être utilisé dans des sauces ou des marinades.
Η κέτσαπ μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σάλτσες ή μαρινάδες.



























