le ketchup
ket
ke
chup
ʧɔp
chawp

Ορισμός και σημασία του "ketchup"στα γαλλικά

01

κέτσαπ, σάλτσα ντομάτας

condiment sucré et légèrement acide à base de tomates, utilisé pour accompagner les plats 
le ketchup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les enfants mettent souvent du ketchup sur les frites. 

Τα παιδιά βάζουν συχνά κέτσαπ στις πατάτες τηγανιτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store