le jeûne
jeûne
ʒœn
zhoen
jeune

Ορισμός και σημασία του "jeûne"στα γαλλικά

01

νηστεία, αποχή από τροφή

action de ne pas manger pendant une période donnée 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le jeûne est pratiqué pour des raisons religieuses. 

Η νηστεία ασκείται για θρησκευτικούς λόγους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store