Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeûne
01
νηστεία, αποχή από τροφή
action de ne pas manger pendant une période donnée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le jeûne est pratiqué pour des raisons religieuses.
Η νηστεία ασκείται για θρησκευτικούς λόγους.



























