le jeudi
Pronunciation
/ʒødi/

Ορισμός και σημασία του "jeudi"στα γαλλικά

Le jeudi
[gender: masculine]
01

Πέμπτη, τέταρτη ημέρα της εβδομάδας

quatrième jour de la semaine, entre mercredi et vendredi
le jeudi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeudis
Παραδείγματα
Le jeudi est le nouveau vendredi dans notre bureau !
Η Πέμπτη είναι η νέα Παρασκευή στο γραφείο μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store