Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeudi
[gender: masculine]
01
Πέμπτη, τέταρτη ημέρα της εβδομάδας
quatrième jour de la semaine, entre mercredi et vendredi
Παραδείγματα
Le jeudi est le nouveau vendredi dans notre bureau !
Η Πέμπτη είναι η νέα Παρασκευή στο γραφείο μας.



























