Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ivoire
01
ελεφαντόδοντο, χρώματος ελεφαντόδοντου
qui a une teinte douce, légèrement crème ou blanc-jaune pâle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ivoire
συγκριτικός βαθμός
plus ivoire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ivoire
αρσενικό πληθυντικό
ivoire
θηλυκό ενικό
ivoire
θηλυκό πληθυντικό
ivoire
Παραδείγματα
Le maquillage a des tons ivoire subtils.
Το μακιγιάζ έχει λεπτές ελεφαντόδοντες αποχρώσεις.
L'ivoire
[gender: masculine]
01
ελεφαντόδοντο, δοντάκι ελέφαντα
matière dure et blanche provenant des défenses d'éléphant ou d'hippopotame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les défenses des éléphants fournissent l' ivoire.
Οι χαυλιόδοντες των ελεφάντων παρέχουν ελεφαντόδοντο.



























