Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'itinéraire
[gender: masculine]
01
διαδρομή, πορεία
chemin ou trajet qu'on suit pour aller d'un endroit à un autre
Παραδείγματα
Tu peux suivre cet itinéraire pour éviter les embouteillages.
Μπορείς να ακολουθήσεις αυτή τη διαδρομή για να αποφύγεις τις κινητικές συμφορήσεις.
02
διαδρομή, πρόγραμμα ταξιδιού
plan détaillé d'un voyage, avec les étapes et les lieux à visiter
Παραδείγματα
Leur itinéraire comprend trois villes et deux parcs nationaux.
Η διαδρομή τους περιλαμβάνει τρεις πόλεις και δύο εθνικά πάρκα.



























